Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ




«Ω ΓΛΥΚΥ ΜΟΥ ΕΑΡ» 

Ο θάνατος φέρνει θλίψη και πόνο στους ανθρώπους, παρά την πίστη στην αθανασία της ψυχής. Και η θλίψη γίνεται οδύνη κι ο πόνος γίνεται θυμός, όταν πρόκειται για το θάνατο ενός νέου, ενός παιδιού.
Πώς να απο-δεχτεί η μάνα τον παραλογισμό- και τη νομοτέλεια- του θανάτου του "άχρονου φωτός", της "χαράς και της ηδονής της καρδιάς"; Πώς να αντέξει την πιο τραγική απώλεια του "σπλάχνου των σπλάχνων της";
 Η μάνα, παρούσα στο μαρτύριο του "ωραίου κάλλει", κλαίει και οδύρεται, φρίττει και εγκαλεί.
"Οίμοι, φως του κόσμου!
Οίμοι, φως το εμόν!"

"Ω φως των οφθαλμώv μου, γλυκύτατόν μου τέκνον,
τάφω πως εν σκοτεινώ κατακρύψαι;"

" Κ' η Θέτις ξέσκιζε τα πορφυρά της ρούχα,
κ' έβγαζεν από πάνω της και ξεπετούσε
στο χώμα τα βραχιόλια και τα δακτυλίδια"

"ω της παραφροσύνης και της χριστοκτονίας!"

"Ους έθρεψε το μάννα, φέρουσι τω Σωτήρι χολήν, άμα και όξος"

"Τι έκανες, γιέ μου εσύ κακό... και σούδωκαν μαχαίρι
και σούπιαν το αίμα, γιόκα μου, σου κλείσαν τα χειλάκια;"

"Δόστε μου, αίτοί, νύχια, φτερά,για ναν τους κυνηγήσω
και την καρδιά τους, μύγδαλο, να τηνε ροκανίσω"

Σώμα, νους και ψυχή πονούν.
"Ω Υιέ και Θεέ μου, τα σπλάχνα τιτρώσκομαι και καρδίαν σπαράττομαι"

"Η δάμαλις τον μόσχον εν ξύλω κρεμασθέντα ηλάλαζεν ορώσα"

"Τρέχουν αίμα τ' αστήθια, που βύζαξες γάλα"

"η μάνα του...
σέρνονταν και χτυπιούνταν μες τα χώματα
κάτω από τον μεσημεριανό, τον άγριον ήλιο
πότε ούρλιαζε και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο"

Η μάνα σπαράζει.
"Δεκαεφτά χρόνια μονάχα με τά 'ζησες παιδί μου"
"Δεκαεφτά μέρες μοναχά,
"Δεκαεφτά μέρες μοναχά, σε χάρηκα παιδί μου"

Κι ο σπαραγμός της γίνεται μοιρολόγι, τραγούδι της βαθιάς ανάγκης, που ενώνεται με το θρήνο της Παναγιάς.

"Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον,
που έδυ σου το κάλλος;"

-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-



Απιστία




Σαν πάντρευαν την Θέτιδα με τον Πηλέα
σηκώθηκε ο Απόλλων στο λαμπρό τραπέζι
του γάμου, και μακάρισε τους νεονύμφους
για τον βλαστό που θάβγαινε απ' την ένωσί των.
Είπε• Ποτέ αυτόν αρρώστια δεν θαγγίξει
και θάχει μακρυνή ζωή. -Αυτά σαν είπε, η Θέτις
χάρηκε πολύ, γιατί τα λόγια
του Απόλλωνος που γνώριζε από προφητείες
την φάνηκαν εγγύησις για το παιδί της.
Κι όταν μεγάλωνεν ο Αχιλλεύς, και ήταν
της Θεσσαλίας έπαινος η εμορφιά του,
η Θέτις του θεού τα λόγια ενθυμούνταν.

Αλλά μια μέρα ήλθαν γέροι με ειδήσεις,
κ' είπαν τον σκοτωμό του Αχιλλέως στην Τροία.
Κ' η Θέτις ξέσχιζε τα πορφυρά της ρούχα,
κ' έβγαζεν από πάνω της και ξεπετούσε
στο χώμα τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια.
Και μες στον οδυρμό της τα παληά θυμήθη•
και ρώτησε τι έκαμνε ο σοφός Απόλλων,
που γύριζεν ο ποιητής που στα τραπέζια
έξοχα ομιλεί, που γύριζε ο προφήτης
όταν τον υιό της σκότωναν στα πρώτα νειάτα.

Κ' οι γέροι την απήντησαν πως ο Απόλλων
αυτός ο ίδιος εκατέβηκε στην Τροία,
και με τους Τρώας σκότωσε τον Αχιλλέα.


Κ. Π. Καβάφης [ποιήματα 1896-1918, εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ 1973, τόμος Α"]





27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ


Σαν τόφεραν να το κρεμάσουν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
η μάνα του που στην κρεμάλα εκεί κοντά
σέρνονταν και χτυπιούνταν μες στα χώματα
κάτω απ' τον μεσημεριανό, τον άγριον ήλιο
πότε ούρλιαζε, και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο
και πότε εξαντλημένη η μάρτυσσα μοιρολογούσε
«Δεκαφτά χρόνια μοναχά με τάζησες παιδί μου».
Κι όταν το ανέβασαν την σκάλα της κρεμάλας
κ' επέρασάν το το σκοινί και τόπνιξαν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
κ' ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν
με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας
το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,
η μάνα η μάρτυσσα κυλιούντανε στα χώματα
και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα·
«Δεκαφτά μέρες μοναχά», μοιρολογούσε,
«δεκαφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα παιδί μου

Κ. Π. Καβάφης [ανέκδοτα ποιήματα]



Ἡ Μάνα τοῦ Χριστοῦ





Πῶς οἱ δρόμοι εὐωδᾶνε μὲ βάγια στρωμένοι,
ἡλιοπάτητοι δρόμοι καὶ γύρω μπαξέδες!
Ἡ χαρὰ τῆς γιορτῆς ὅλο πιότερο ἀξαίνει
καὶ μακριάθε βογγάει καὶ μακριάθε ἀνεβαίνει.


Τὴ χαρά σου, Λαοθάλασσα, κῦμα τὸ κῦμα,
τῶν ἀλλῶνε τὰ μίση καιρὸ τήνε θρέφαν
κι᾿ ἂν ἡ μαύρη σου κάκητα δίψαε τὸ κρῖμα,
νὰ ποὺ βρῆκε τὸ θῦμα της, ἄκακο θῦμα!


Ἄ! πὼς εἶχα σὰ μάνα κι᾿ ἐγὼ λαχταρήσει
(ἦταν ὄνειρο κι᾿ ἔμεινεν, ἄχνα καὶ πάει)
σὰν καὶ τ᾿ ἄλλα σου ἀδέρφια νὰ σ᾿ εἶχα γεννήσει
κι᾿ ἀπὸ δόξες ἀλάργα κι᾿ ἀλάργα ἀπὸ μίση!


Ἕνα κόκκινο σπίτι σ᾿ αὐλὴ μὲ πηγάδι. . .
καὶ μία δράνα γιομάτη τσαμπιὰ κεχριμπάρι. . .
νοικοκύρης καλὸς νὰ γυρνᾷς κάθε βράδι,
τὸ χρυσό, σιγαλὸ καὶ γλυκὸ σὰν τὸ λάδι.


Κι᾿ ἅμ᾿ ἀνοίγῃς τὴν πόρτα μὲ πριόνια στὸ χέρι,
μὲ τὰ ροῦχα γεμάτα ψιλὸ ροκανίδι,
(ἄσπρα γένια, ἄσπρα χέρια) ἡ συμβία περιστέρι
ν᾿ ἀνασαίνῃ βαθιὰ τ᾿ ὅλο κέδρον ἀγέρι.

Κ᾿ ἀφοῦ λίγο σταθῇς καὶ τὸ σπίτι γεμίσῃ
τὸν καλό σου τὸν ἤσκιο, Πατέρα κι᾿ Ἀφέντη,
ἡ ἀκριβή σου νὰ βγάνῃ νερὸ νὰ σοῦ χύσῃ,
ὁ ἀνυπόμονος δεῖπνος μὲ γέλια ν᾿ ἀρχίσῃ.


Κι᾿ ὁ κατόχρονος θάνατος θἄφτανε μέλι
καὶ πολλὴ φύτρα θ᾿ ἄφηνες τέκνα κι᾿ ἀγγόνια
καθενοῦ καὶ κοπάδι, χωράφια κι᾿ ἀμπέλι,
τ᾿ ἀργαστήρι ἐκεινοῦ, ποὺ τὴν τέχνη σου θέλει.


Κατεβάζω στὰ μάτια τὴ μάβρην ὀμπόλια,
γιὰ νὰ πάψη κι᾿ ὁ νοῦς μὲ τὰ μάτια νὰ βλέπῃ. . .
Ξεφαντώνουν τ᾿ ἀηδόνια στὰ γύρω περβόλια,
λεϊμονιᾶς σὲ κυκλώνει λεφτὴ μοσκοβόλια.


Φεύγεις πάνου στὴν ἄνοιξη, γιέ μου, καλέ μου,
ἄνοιξή μου γλυκιά, γυρισμὸ ποὺ δὲν ἔχεις.
Ἡ ὀμορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιέ μου,
δὲ μιλᾷς, δὲν κοιτᾷς, πῶς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Καθὼς κλαίει, σὰν τῆς παίρνουν τὸ τέκνο, ἡ δαμάλα,
ξεφωνίζω καὶ νόημα δὲν ἔχουν τὰ λόγια.
Στύλωσέ μου τὰ δυό σου τὰ μάτια μεγάλα.
Τρέχουν αἷμα τ᾿ ἀστήθια, ποὺ βύζαξες γάλα.

Πῶς ἀδύναμη στάθηκε, τόσο ἡ καρδιά σου
στὰ λαμπρὰ Γεροσύλυμα Καίσαρας νὰ μπῇς!
Ἂν τὰ πλήθη ἀλαλάζανε ξώφρενα (ἀλιά σου!)
δὲν ἤξεραν ἀκόμα οὔτε ποιὸ τ᾿ ὄνομά σου!


Κεῖ στὸ πλάγι δαγκάναν οἱ ὀχτροί σου τὰ χείλη. . .
Δολερὰ ξεσηκώσανε τ᾿ ἄγνωμα πλήθη
κι᾿ ὅσο ὁ γήλιος νὰ πέσῃ καὶ νἄρθῃ τὸ δείλι,
τὸ σταυρό σου καρφώσαν οἱ ὀχτροί σου κι᾿ οἱ φίλοι.

Μὰ γιατί νὰ σταθῇς νὰ σὲ πιάσουν! Κι᾿ ἀκόμα
σὰ ρωτήσανε: «Ποιὸς ὁ Χριστός;» τί ῾πες «Νά με!»
Ἄχ! δὲν ξέρει τί λέει τὸ πικρό μου τὸ στόμα!
Τριάντα χρόνια, παιδί μου, δὲ σ᾿ ἔμαθ᾿ ἀκόμα!

Κώστας Βάρναλης ["Ποιητικά", εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ,1956]




ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ (Επιλογή)



(I)
Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,

πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;

Πουλί μου, ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερνες νεράκι στὴν παλάμη
πῶς δὲ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;
(ΙΙ)
Κορώνα μου, ἀντιστύλι μου, χαρὰ τῶν γερατειῶ μου,
ἥλιε τῆς βαρυχειμωνιᾶς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη
χωρὶς γουλιά, σταλιὰ νερὸ καὶ φῶς κι ἄνθο κι ἀστάχυ ;

Γιέ μου, ἂν δὲ σοὖναι βολετὸ νἀρθεῖς ξανὰ σιμά μου,
πᾶρε μαζί σου ἐμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.
(ΙΙΙ)
Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ εὐωδιαστό μου δάσο,
πῶς νὰ πιστέψω ἡ ἄμοιρη πῶς μπόραε νὰ σὲ χάσω;
(IV)
Γιέ μου, ποιὰ Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιὰ μοῦ τὄχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιὰ στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;
(VI)
Μέρα Μαγιού μού μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
(VII)
Ήσουν καλός κι ήσουν γλυκός κι είχες τις χάρες όλες,
όλα τα χάδια του αγεριού, του κήπου όλες τις βιόλες. 

Κανείς μη γγίξει απάνω του, παιδί μου είναι δικό μου.
Σιωπή, σιωπή, κουράστηκε, κοιμάται το μωρό μου.


Ποιος μου το πήρε; Ποιος μπορεί να μου το πάρει εμένα;
Άσπρισαν τα χειλάκια του, τα μάτια του κλεισμένα.


Δόστε μου, αϊτοί, νύχια, φτερά για να τους κυνηγήσω
και την καρδιά τους, μύγδαλο ναν τηνε ρουκανίσω.
(VIII)
Πού πέταξε τ' αγόρι μου; πού πήγε; πού μ' αφήνει;
Χωρίς πουλάκι το κλουβί, χωρίς νεράκι η κρήνη.
(XI)
Έτσι άχαρη, με ομόρφαινες, κι' έτσι άμαθη -για κοίτα-
μες τη ματιά σου διάβαζα της ζωής την αλφαβήτα

Ένα κ' η γης και ο ουρανός, το φως, το χρώμα, η βιόλα
και τούτο το ένα είσουνα εσύ και πάλι εσύ 'σουνα όλα.
(XIV)
Αχ, γιέ μου, γιόκα μου, Σε δύναμαι άλλο η έρμη,
χτυπούν, χτυπούν τα δόντια μου σα να με πιάνει θέρμη

Και θέλω να κουκουλωθώ πιο πάνου απ' το κεφάλι
κι ούτε ήλιο πια να ματαϊδώ, και να, πετιέμαι πάλι

Να πω, να πω τις χάρες σου, ναν τις ξαναναστήσω
σα νάταν, γιε μου, μπορετό να σε γυρίσω πίσω.
(XV)
Κι ως στέκοσουν και κοίταζες το λιόγερμα ν' ανάβει,
σαν τιμονιέρης φάνταζες κ' κάμαρα καράβι.

Και το καράβι βούλιαξε κ' έσπασε το τιμόνι
και στου πελάγου το βυθό πανιέμαι τώρα μόνη
(XVII)
Βασίλεψες, αστέρι μου, βασίλεψε όλη η πλάση,
κι ο ήλιος, κουβάρι ολόμαυρο, το φέγγος του έχει μάσει
(XVIII)
Πουλί μου, χίλιες δυό ζωές με σένανε με δένουν,
κι όσοι αγαπιούνται, και νεκροί, ποτέ τους δεν πεθαίνουν.
(XX)
Γλυκέ μου εσύ δεν χάθηκες, ωιμέ, μέσα στις φλέβες μου είσαι.

Γιάννης Ρίτσος[Επιτάφιος, Ποιήματα (1930-1960), εκδόσεις Κέδρος, 1972]



ΕΓΚΩΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ    (Επιλογή) 


Ἡ ζωὴ πῶς θνῄσκεις; πῶς καὶ τάφῳ οἰκεῖς;

Ὁ ὡραῖος κάλλει, παρὰ πάντας βροτούς, ὡς ἀνείδεος νεκρὸς καταφαίνεται, ὁ τὴν φύσιν ὠραΐσας τοῦ παντός.

Ἰησοῦ γλυκύ μοι, καὶ σωτήριον φῶς, τάφῳ πῶς ἐν σκοτεινῷ κατακέκρυψαι; ὢ ἀφάτου καὶ ἀρρήτου ἀνοχῆς!

Ἡ Ἀμνὰς τὸν Ἄρνα, βλέπουσα ἐν σφαγῇ, ταῖς αἰκίσι βαλλομένη ἠλάλαζε,
συγκινοῦσα καὶ τὸ ποίμνιον βοᾶν.

Οἴμοι φῶς τοῦ Κόσμου! οἴμοι φῶς τὸ ἐμόν! Ἰησοῦ μου ποθεινότατε
ἔκραζεν, ἡ Παρθένος θρηνῳδοῦσα γοερῶς.

Ὦ Θεὲ καὶ Λόγε, ὢ χαρὰ ἡ ἐμή, πῶς ἐνέγκω σου ταφὴν τὴν τριήμερον
νῦν σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα μητρικῶς.

Τίς μοι δώσει ὕδωρ, καὶ δακρύων πηγάς, ἡ Θεόνυμφος Παρθένος
ἐκραύγαζεν, ἵνα κλαύσω τὸν γλυκύν μου Ἰησοῦν;

Τέτρωμαι δεινῶς, καὶ σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα Λόγε, βλέπουσα
σφαγήν σου τὴν ἄδικον, ἡ Παρθένος ἀνεβόα ἐν κλαυθμῷ.

Ἔδυς Φωτουργέ, καὶ συνέδυ σοι τὸ φῶς ἡλίου· τρόμω δὲ ἡ κτίσις
συνέχεται, πάντων σε κηρύττουσα Ποιητήν.

Οὕς ἔθρεψε τὸ μάννα, ἐκίνησαν τὴν πτέρναν, κατὰ τοῦ Εὐεργέτου.

Οὕς ἔθρεψε τὸ μάννα, φέρουσι τῷ Σωτῆρι, χολὴν ἅμα καὶ ὄξος.

Ὢ τῆς παραφροσύνης, καὶ τῆς Χριστοκτονίας, τῆς τῶν προφητοκτόνων!

Ἡ δάμαλις τὸν μόσχον, ἐν Ξύλῳ κρεμασθέντα, ἠλάλαζεν ὁρῶσα.

Ὢ φρικτὸν καὶ ξένον, θέαμα Θεοῦ Λόγε! πῶς γῆ σε συγκαλύπτει;

Φρίττουσιν οἱ νόες, τὴν ξένην καὶ φρικτήν σου, Ταφὴν τοῦ πάντων
Κτίστου.


Σήμερα μαύρος Ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα 


Σήμερα μαύρος Ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα όλοι θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται,
σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά κι' οι τρισκαταραμένοι
για να σταυρώσουν το Χριστό, τον Αφέντη Βασιλέα.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
να λάβει δείπνον μυστικόν για να τον λάβουν όλοι.
Κι' η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,
τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.
Φωνή τους ήρθ' εξ Ουρανού απ' Αρχαγγέλου στόμα:
-Φτάνουν κυρά μου οι προσευχές, φτάνουν κι' οι μετάνοιες,
το γυιό σου τον επιάσανε και στο φονιά τον πάνε
και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τον τυραγνάνε.
-Χαλκιά-χαλκιά, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.
Και κείνος ο παράνομος βαρεί και φτάχνει πέντε.
-Συ Φαραέ, που τά 'φτιασες πρέπει να μας διδάξεις.
-Βάλε τα δυο στα χέρια του και τ' άλλα δυο στα πόδια,
το πέμπτο το φαρμακερό βάλε το στην καρδιά του,
να στάξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.
Κι' η Παναγιά σαν τάκουσε έπεσε και λιγώθη,
σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο
για να της ερθ' ο λογισμός, για να της έρθει ο νους της.
Κι' όταν της ηρθ' ο λογισμός, κι' όταν της ηρθ' ο νους της,
ζητά μαχαίρι να σφαγεί, ζητά φωτιά να πέσει,
ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το μονογενή της.
-Μην σφάζεσαι, Μανούλα μου, δεν σφάζονται οι μανάδες
Μην καίγεσαι, Μανούλα μου, δεν καίγονται οι μανάδες.
Λάβε, κυρά μ' υπομονή, λάβε, κύρά μ' ανέση.
-Και πώς να λάβω υπομονή και πώς να λάβω ανέση,
που έχω γυιο μονογενή και κείνον Σταυρωμένον.
Κι' η Μάρθα κι' η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα
και του Ιακώβου η αδερφή, κι' οι τέσσερες αντάμα,
επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι
και το στρατί τους έβγαλε μες του ληστή την πόρτα.
-Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.
Κι' η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.
Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,
τηράει δεξιώτερα βλέπει τον Αϊγιάννη,
Αγιέ μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γυιου μου,
μην είδες τον υγιόκα μου και τον διδάσκαλόν σου;
-Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χεροπάλαμα για να σου τόνε δείξω.
Βλέπεις Εκείνον το γυμνό, τον παραπονεμένο,
οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,
οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;
Αυτός είναι ο γυιόκας σου και με ο δάσκαλός μου!
Κι' η Παναγιά πλησίασε γλυκά τον αγκαλιάζει.
-Δε μου μιλάς παιδάκι μου, δε μου μιλάς παιδί μου;
-Τι να σου πω, Μανούλα μου, που διάφορο δεν έχεις·
μόνο το μέγα-Σάββατο κατά το μεσονύχτι,
που θα λαλήσει ο πετεινός και σημάνουν οι καμπάνες,
τότε και συ, Μανούλα μου, θάχεις χαρά μεγάλη!
Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα Ουράνια,
σημαίνει κι' η Άγια Σοφία με τις πολλές καμπάνες.
Όποιος τ' ακούει σώζεται κι' όποιος το λέει αγιάζει,
κι' όποιος το καλοφουγκραστεί Παράδεισο θα λάβει,
Παράδεισο και λίβανο απ' τον Άγιο Τάφο.

Μοιρολόι δημοτικό 


−·−        −−  ·−−·  ·−  −  −−··  ·


 


9 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Εξαιρετική εργασία! Αρμονικό το δέσιμο των ποιημάτων και ταιριαστές οι εικόνες που τα συνοδεύουν. Επιμελημένη εργασία υψηλών προδιαγραφών. Καλύπτει τον θρήνο της μάνας για το παιδί ολοκληρωμένα. Μόνον η ποίηση μπορεί να αποδώσει αυτήν την υπερβατική σχέση. Τα έξι ποιήματα φανερώνουν την ίδια σχέση, τον ίδιο πόνο. Μια σχέση που μένει αναλλοίωτη στο χρόνο...

Ανώνυμος είπε...

Πρωτότυπη και επιτυχημένη η σύνδεση διαφορετικών ποιημάτων για την αναφορά στον πόνο της μάνας για το παιδί της. Το κλίμα των ημερών, η πολιτική κρίση και η Μεγάλη Εβδομάδα, ζεις αυτά ποιήματα.
Πιθανόν σε άλλη περίπτωση να ήταν "κουραστικά".

Ανώνυμος είπε...

Προσεγμένη εργασία.

Ανώνυμος είπε...

Άλλη φορά να βάζετε και μετάφραση όταν είναι στα αρχαία. Να καταλαβαίνουμε τι φράφει.

Ανώνυμος είπε...

Το ποίημα, σημερα μαύρος ουρανός σήμερα μαύρη μέρα, το τραγουδούν συγκλονιστικά ο Χρόνης Αηδονίδης και η Νεκταρία Καραντζή. Βρίσκεται στην διεύθυνση:
http://www.madata.gr/epikairotita/social/187169.html

Ανώνυμος είπε...

Τα πασχαλινά αφιερώματα είναι , και τα τρία, προσεγμένα.

Ανώνυμος είπε...

Τώρα καταλαβαίνω γιατί οι ποιητές στις παλαιότερες εποχές είχαν μεγάλη καταξίωση. Συγκέντρωση κοινωνική ή πολιτική έπρεπε να έχει και τον ποιητή της, να την "δένει", να την στολίζει με τους στίχους της. Η συνήθεια αυτή ξέπεσε στην εποχή μας. Την καταναλωτική εποχή που οι αξίες μετρώνται με το κόστος του ντυσίματος, τα πληρωμένα καλλίγραμμα μοντέλα που "αυθόρμητα" παραβρίσκονται στην γιορτή (πάρτυ τώρα αποκαλείται), του σουξεδιάρη καλλιτέχνη και άλλα παρόμοια. Η Ελλάδα της κρίσης να που θα βρει τις αξίες της και θα αποκαταστήσει σειρά πραγμάτων και καταστάσεων που είχαν διαστρεβλωθεί αντί να εξελιχθούν και όχι να αναβιώσουν γιατί τότε θυμίζουν τουριστική ατραξιόν και δεν καλλιεργούν πολιτισμό.
Όλα αυτά τα έγραψα γιατί ανακάλυψα την ποίηση, που με κούραζε με τις αναλύσεις που κάναμε στο σχολείο. Τώρα βρίσκω έννοιες και καταστάσεις που αρέσουν σε μένα και με εκφράζουν και με συγκινούν.

Ανώνυμος είπε...

Στη δεξιά στήλη, στα θέματα, υπάρχει το θέμα : ποίηση μαθητών. Εκεί θα διαπιστώσεις ότι τα παιδιά εκφράζονται με την ποίηση.

Ανώνυμος είπε...

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ και ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ

Δημοσίευση σχολίου